ασκητής

ασκητής
ο , ασκήτρια η аскет; отшельни|к, -ца

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ασκητής" в других словарях:

  • ἀσκητής — one who practises any art masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκητής — ό (AM ἀσκητής, θηλ. ἀσκήτρια) [ασκώ] αυτός που ζει ασκητικά, ο ερημίτης νεοελλ. αυτός που ζει απομονωμένος σαν να είναι ασκητής αρχ. 1. εκείνος που κατέχει μια τέχνη ή εξασκεί κάποιο επάγγελμα 2. αθλητής …   Dictionary of Greek

  • ασκητής — ο θηλ. ήτρια ερημίτης καλόγερος, αναχωρητής: Οι ασκητές έχουν περιορίσει τις ανάγκες τους σε ελάχιστα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ασκητής, Λουκάς — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Δαδί. Εντάχθηκε στο σώμα του Αθανάσιου Διάκου. Σκοτώθηκε στη μάχη της Αλαμάνας στις 23 Απριλίου 1821 …   Dictionary of Greek

  • Λαμπαδός — Ασκητής, άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Ιουλίου …   Dictionary of Greek

  • ἀσκηταῖς — ἀσκητής one who practises any art masc dat pl ἀσκητός curiously wrought fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηταί — ἀσκητής one who practises any art masc nom/voc pl ἀσκητός curiously wrought fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητοῦ — ἀσκητής one who practises any art masc gen sg ἀσκητός curiously wrought masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητῇ — ἀσκητής one who practises any art masc dat sg (attic epic ionic) ἀσκητός curiously wrought fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητήν — ἀσκητής one who practises any art masc acc sg (attic epic ionic) ἀσκητός curiously wrought fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητῶν — ἀσκητής one who practises any art masc gen pl ἀσκητός curiously wrought fem gen pl ἀσκητός curiously wrought masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»